Η τέχνη του Ασήμαντου

Η τέχνη πιστεύω βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει να αναγνωρίσει τον εαυτό του
και να τον εκφράσει μέσα από το ελάχιστο. Αυτά είναι τα υλικά μου: Πέτρες, αχιβάδες,
κογχύλια που η Φύση – ποιος ξέρει για πόσα χρόνια, αιώνες – έχει σμιλέψει με μια μανιέρα
που μόνο εκείνη μπορεί, ανάλογα με τον πόλεμο της άμμου με το κύμα. Πηγή μου, το απέραντο
μπλε της θάλασσας, το αιώνιο σύμβολο ελευθερίας και αισιοδοξίας. Χειμώνες, καλοκαίρια
κρατώντας την ανάσα μου, βυθίζομαι μέσα στη σιωπή της… ανιχνεύω την καρδιά της…
την επικοινωνία που τάζει η μυστική ευεργετική της πλάνη.

 

Αυτά είναι τα υλικά μου
για ν’ ατενίζω
το σκληρό πρόστιμο της αλήθειας της ύπαρξης.

Κάθε έργο είναι ένα είδος σύνθεσης – πετρογλυπτικής – ζωγραφικής και όχι αποκλειστικά απότοκο
επίδοσης στο χώρο της γλυπτικής τέχνης. Σ’ ένα γλυπτό, ο δημιουργός επεμβαίνει λαξεύοντας
την πρώτη ύλη για να φτάσει στη μορφή που θέλει. Στη δική μου “πέτρινη διέξοδο”
πρωταρχικός γλύπτης είναι η ίδια η Φύση και ο Χρόνος. Δύο εραστές και επίφοβοι συνένοχοι
που προσπαθώ να “καλοπιάσω” για να μου πουν “και τι σοι μύθον ερέω” (…“να σου πω ένα παραμύθι”…)

Τονίζω με λεπτομέρειες τα σκαλίσματα του χρόνου, τις μυστικές λειτουργίες της Φύσης,
όπως μου βγαίνει στο χέρι μέχρι να πάρουν την έγκριση της αισθητικής μου.

Σ’ αυτή την απελευθερωτική προσπάθεια, ακολούθησα το ένστικτό μου
σ’ ένα δρόμο άγνωστο. Το “απεικονίζω” (μεταφορά του οράν), με βρίσκει αμήχανη. Το “εικονίζω”,
με την έννοια της ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΜΙΑΣ ΙΔΕΑΣ ΣΕ ΦΙΓΟΥΡΑ ΜΕ ΥΛΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ, με τραβάει σαν σειρήνα,
γιατί έχει φαντασία, τόλμη και ρίσκο.

Για παράδειγμα, το ποίημα του Γ. Σεφέρη “Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”,
γίνεται εικόνα με την “Ωραία Ελένη” και τους νεκρούς του Τρωικού πολέμου.

Ένα καθαρά αντιπολεμικό μήνυμα γνωστό σε όλο τον κόσμο: “Για ένα αδειανό πουκάμισο για μιαν
Ελένη” που σημαίνει πως όλοι οι πόλεμοι γίνονται χωρίς λόγο, για το τίποτα. Μοναδικό casus belli”
είναι πάντα το ακόρεστο βδελυρό φτιασίδωμα κάποιας δολοφονικής εξουσίας…!

Σαφής η ανάγκη μου να σκύψω πάνω στο “Eλάχιστο”, με εφαλτήριο και έγνοια μου μιαν ασύνορη αλήθεια:

“Kαι πολλά μέλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις”
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Είναι το Aσήμαντο” που προσπαθώ να μεταβάλω σε φερέφωνο μηνυμάτων σημαντικών και συνεκδοχικών,
με τη σιβυλλική και άφθαρτη γλώσσα των ποιητών. Μέσα σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν, το φυσικό υλικό
τρέχει αυθόρμητα από το υποσυνείδητο σαν ένας ερμητικός μονόλογος που μιμείται το μηχανισμό της
σκέψης πριν αυτή πάρει φόρμα. Μέσα σ’ αυτή τη γλωσσολογική εκτροπή του “ Μινώταυρου του ελεύθερου
συνειρμού 
”, αρθρώνεται η ελπίδα να δημιουργηθεί “κοινός τόπος” συνάντησης με κάποια άτομα με
παρόμοιες ανάγκες για διέξοδο, σ’ ένα χαοτικό κόσμο:

“Ν’ αγοράσω λοιπόν έναν Καθρέφτη.
Με τον καθρέφτη μου να καθρεφτίζω το άπειρο…
Ν’ αγοράσω κι ένα μικρό ποταμάκι.
Με το ποτάμι μου να φτιάξω ένα αληθινό ποτάμι.
Υπόσχομαι καθώς…
Να ομολογήσω πως…
Άσε καλύτερα.
Να πελεκήσω πέτρες…
…Ταμ-ταρατατάμ…”
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Έτσι ξεκίνησα να τα βάλω με τις πέτρες. Για το “Άσε καλύτερα. Να πελεκήσω πέτρες”Για ένα “Tαμ-ταρατατάμ”  
του ελεύθερου συνειρμού.

Ανάγκη μου, ίδια με εκείνη που ο Όμηρος και αργότερα ο Βιργίλιος κάνουν χρήση Νέκυιας. Ανάγκη μου,
όμοια με εκείνη που οι πρωτάνθρωποι σχημάτιζαν μέσα στα σπήλαια κάποιες μιμητικές φιγούρες για να υποτάξουν
τη Φύση, σε μία προσπάθεια μεταφυσικής πάλης.

Μόνο που σήμερα, τόσους αιώνες μετά, η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ απειλή είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη της ΦΥΣΗΣ.
Το βλέμμα ενός ζώου, το μουρμουρητό μιας πηγής με το τραγούδι του βατράχου, κάνουν την αξιωματική διαφορά
με τη σημερινή φανταχτερή καταστροφή: Τα ομαδικά “requiem”, το λαβωμένο κρύσταλλο στο αθώο βλέμμα ενός
παιδιού, παραδομένο στην ποδιά της Μοίρας που συντρίβει, τον αναποφλοίωτο φενακισμό και τη σαπισμένη
συνείδηση.

Σε τέτοια έκπτωση η τιμή της ζωής;;;
Απελπισμένα γυμνή κάθε προσδοκία για παλινόρθωση στα όνειρα;;;

“Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά
Και θα της δώσεις το δικό σου νόημα, είπε.
Τούτο μόνο να ξέρεις:
Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
Καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει”.
 ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

“Ο καθείς και τα όπλα του”, φίλοι μου.
ΝΙΚΗ ΠΑΠΑΘΕΟΧΑΡH